Μόνο να σε κοιτάω
Θέλω μόνο να σε κοιτάω μόνο να σε κοιτάω μόνο
Μπορώ όλες ολόκληρες να σε κοιτάω ακούραστα να παίζεις, να χτυπιέσαι, να ισιώνεις τα μαύρα σου τσουλούφια, να ακούς στ’ ακουστικά το επόμενο κομμάτι, να σκουπίζεις το κραγιόν από τα χείλη σου, να πίνεις μια γουλιά απ’ το ποτό σου, να ατενίζεις το πλήθος που χορεύει ευτυχισμένος, να μιλάς σε κάποια γκόμενα, να κοιτάς αφηρημένα τα χέρια σου με τα βαμμένα μαύρα νύχια
και δε θα παραδεχτώ ούτε στον εαυτό μου πόσο πεθαίνω να γευτώ τη γεύση του ιδρώτα σου πόσο θα ήθελα μια ριπή από το σπέρμα σου να ξεχυθεί πάνω στα χείλη μου πόσο θα ήμουν ικανή να εξευτελιστώ για χάρη σου και τι είν’ αυτό το μαύρο, άγριο πράγμα που μου ξεσχίζει τα σωθικά κάθε φορά που σε κοιτάω και επαναλαμβάνω μέσα μου διαρκώς χωρίς να το πιστεύω ούτε εγώ η ίδια ‘’πώς είναι δυνατόν να μου το κάνει αυτό, πώς είναι δυνατόν, πώς είναι δυνατόν’’
Κι επειδή ξέρω καλά πως είσαι κάτι ιδιαίτερο
ένα από αυτά τα πλάσματα που θα με κάνουνε χίλια κομμάτια αν τα αφήσω
για όλους αυτούς τους λόγους θέλω μόνο να σε κοιτάω μόνο να σε κοιτάω μόνο…
Hunger
Οι νύχτες στην πόλη έχουνε κάτι από ζούγκλα, από σαβάνα. Βρωμάνε αίμα οι νύχτες στην πόλη, σάρκα ανθρώπων κι αλκοόλ. Μια νύχτα στην πόλη με κάνει άγριο ζώο που πεινάει για ζωή. Ξεκινάω νιώθοντας cool, θα πιω μόνο μια μπίρα απόψε υπόσχομαι στον εαυτό μου που πάντα με προδίδει. Οι ώρες κυλάνε, το αλκοόλ κυλάει στο αίμα μου. Η νηφαλιότητά μου με αποχαιρετά, χάνω τον εαυτό μου, βρίσκω τον εαυτό μου ; Kαι ύστερα από κάποια ώρα όλα είναι πλέον πιθανά, μπορεί να ανέβω σε τραπέζια, μπορεί να χορεύω όλη νύχτα κάτω από προβολείς, μπορεί να κυλιστώ στο πάτωμα, να κλάψω, να γελάσω, να ουρλιάξω, να ξεφτιλιστώ, να σπάσω τασάκια και να πονέσω ανθρώπους, να γίνω απίστευτα κακιά και να το ευχαριστηθώ απίστευτα. Και ύστερα, αν είμαι τυχερή, να βρω ένα ζευγάρι χείλη. Ένα ζευγάρι χέρια που να θέλω να τα αισθανθώ επάνω μου, όλο και πιο δύσκολο πια, όλο και πιο δύσκολο. Οι νύχτες στην πόλη με κάνουν άγριο ζώο. Άγριο ζώο πεινασμένο για ζωή.
Δε μπορώ να γράψω παρά για τον εαυτό μου…
Το 2008 τελείωσε. Δεν ήθελα. Κρατάω μέσα μου μια χούφτα πρωινά αγουροξυπνημένα σε δωμάτια ξενοδοχείων, μια χούφτα φλιτζάνια με πικρό καφέ κακοφτιαγμένο, μια χούφτα κρεβάτια δίπλα σε παράθυρα που ατένιζαν πάντοτε την πόλη. Τόσο ερωτευμένη και νυσταγμένη, το στομάχι μου στο στόμα, εγώ μέσα σε ένα τρένο μέσα σε ένα λεωφορείο μέσα σε ένα ταξί μέσα σε ένα αεροπλάνο, ο πόθος πάντα να σε βρω, να βρεθώ κοντά σου και ύστερα να καπνίσουμε τσιγάρα να κάνουμε έρωτα να πιούμε το κρασί από το mini bar να πιούμε τις μπίρες από το περίπτερο να ετοιμαστούμε για τη συναυλία για την αναχώρηση για την άφιξη για τη βόλτα. Το 2008 τελείωσε. Δεν ήθελα. Το 2009 ξεκίνησε και, όταν χτύπησε το τηλέφωνο, εγώ που δεν έχω αναγνώριση άκουσα αγγλικά και η καρδιά μου αναπήδησε γιατί σκέφτηκα ότι με πήρες να μου ευχηθείς και προφορικά, αλλά ήταν ένας άλλος άντρας από το μακρινό μου παρελθόν, ένας άντρας που δεν αγάπησα λιγότερο από σένα και που δε φθάρηκε καθόλου πιο πολύ, ένας άντρας ξανά σε κάποια άλλη άκρη της Ευρώπης που πήρε να μου πει χρόνια πολλά και αχ, σε θέλω και αχ, Θεέ μου έχω χρόνια να σε δω αλλά και τι δε θα ‘δινα να ήμουν μες στην αγκαλιά σου τώρα. Κι εκείνον σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου τον αγάπησα, σκέφτομαι ώρες-ώρες πώς διάολο είναι δυνατόν να έχω δεθεί με αυτούς τους άντρες που γνώρισα για τόσο λίγο τόσο έντονα όταν από άλλους, που πέρασα βδομάδες και μήνες και χρόνια ολόκληρα μαζί τους έχουνε μείνει πια τόσο ελάχιστες, τόσο ανούσιες αναμνήσεις. Βαδίζω στην Αθήνα και νιώθω σε γωνιές της πόλης να έχει στοιχειώσει η ατμόσφαιρα από τον πόθο εκείνων των αντρών των φευγαλέων, που δε θα φθαρούν ποτέ ποτέ ποτέ, που πάντοτε θα είναι νέοι και όμορφοι και πάντα μακρινοί και άπιαστοι και ξένοι και ολόδικοί μου.
Άνοιξα το pc να γράψω για την υπέροχη έκθεση για το περιβάλλον στη βίλα Καζούλη, που πήγα σήμερα, αλλά φαίνεται ότι τελικά δε μπορώ να γράψω παρά για τον εαυτό μου…
Έτσι ξαφνικά – για τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη
”Ο ηθοποιός Κωνσταντίνος Παπαχρόνης έχασε τη ζωή του σήμερα τα ξημερώματα σε δυστύχημα. Ο 30χρονος επέβαινε σε μοτοσικλέτα που ενεπλάκη σε τροχαίο με ΙΧ. Ο οδηγός του αυτοκινήτου συνελήφθη. Το τροχαίο σημειώθηκε τα ξημερώματα στη συμβολή των οδών Αμαλίας και Ξενοφώντος……”
Θέλω να γράψω ένα μικρό κείμενο για να σε αποχαιρετήσω…. μια που δε πρόλαβα να σε χειροκροτήσω ακόμα μια φορά.
Θα πήγαινα αύριο-μεθαύριο να βγάλω εισιτήρια για τη νέα σου παράσταση ”Το ξύπνημα της άνοιξης”, το είχα συζητήσει ήδη επισταμένως με τη μητέρα μου, λέγαμε να πάμε μαζί, είχα διαβάσει κριτικές, ήξερα ότι κάποιοι τη θεωρούσαν ”σοκαριστική”, αυνανισμοί και gay φιλιά επί σκηνής λέγανε, εγώ όμως ήξερα καλύτερα, εγώ σε ήξερα, εγώ σε αγάπησα από την πρώτη κιόλας στιγμή που σε είδα σε εκείνη τη διαφήμηση που έκανες τον άγγλο, τόσο λευκός και όμορφος και διαφορετικός, είπα από μέσα μου τότε ότι είσαι ιδιαίτερος, κοίτα τον, είπα, κοίτα τον καλά, από δω και πέρα η καριέρα, η μοίρα αυτού του υπέροχου πλάσματος θα σε αφορά.
Στο ”Γάλα” με έκανες να κλάψω τόσο πολύ που δε το πίστευα, είχα χρόνια να κλάψω τόσο πολύ σε θεατρική παράσταση, θυμάμαι μια σκηνή που έμοιαζες σχεδόν με άγιο, ήσουν ημίγυμνος και ξαπλωμένος σε ένα τραπέζι, το κορμί σου τόσο λευκό, σχεδόν διάφανο, μονάχα το τατουάζ με τον γάτο Φέλιξ έσπαζε τη συγκλονιστική αυτή λευκότητα, ήταν σα μια αποκάλυψη η ερμηνεία σου σε εκείνη την παράσταση, η ερμηνεία και η όψη σου, ήμουν ερωτευμένη με τον τρόπο που κινιόσουν, με τα γαλάζια μάτια σου, με αυτό το κάτι το αδιόρατο και εξωπραγματικό που είχες γύρω σου σα φωτοστέφανο, ήδη από τότε. Σε ονειρευόμουν έτσι διάφανο και λαμπερό, πολλές νύχτες μετά, νύχτες πολλές στη σειρά μετά την παράσταση.
Οι δουλειές σου στην τηλεόραση δεν ήταν ιδιαιτέρων αξιώσεων – Ο Ντάνυ όμως στο ”Πάλι από την αρχή” νόμιζε ότι ήταν ο Superman και έλυνε όλα του τα προβλήματα πετώντας (το έβρισκα τόσο ρομαντικό αυτό το εύρημα μέσα σε εκείνη τη χαζή νεανική σειρά) και εκείνος ο συγκρατούμενος του Μαρκουλάκη στο ”Έτσι ξαφνικά” έσβηνε κάθε άλλο άτομο στο πλάνο μονάχα με ένα κοντινό στα μεγάλα, έκθαμβα μάτια του.
Ναι, ήσουν και ο φίλος του ”Δον Ζουάν” (στο Σόχο), ξανά στο πλάι του Μαρκουλάκη – και, ενώ παλιά έβλεπα τις παραστάσεις του για εκείνον, αυτή τη φορά την παρακολούθησα μόνο για σένα.Ήσουν πια ο αγαπημένος μου νέος έλληνας ηθοποιός.
Και ένα βράδι στο Underworld, ένα βράδι στο μισοάδειο Underworld, που είχε ένα ειδικό event, εμφανίστηκες μες στο σκοτάδι σαν όραμα, έμοιαζες τόσο ταιριαστός σε αυτόν το χώρο, ήρθα με το ποτό μου και σου μίλησα, ακόμα δεν ήσουν γνωστός, ήσουν εκεί με ένα φίλο και εγώ δεν ήξερα τί να σου πω, ήμουν τόσο μαγεμένη από εκείνα τα μάτια σου, από εκείνη την απίστευτη λευκότητα στο δέρμα σου και άρχισα απλώς να σου λέω βλακείες, ότι βλακεία μου κατέβαινε στο κεφάλι, σαχλαμαρίσαμε έτσι για λίγη ώρα και ήσουν τόσο cool και γλυκός και αστείος και διάολε, ναι, ένιωσα ΚΑΤΙ, κάτι ιδιαίτερο, σαν να με άγγιξαν φτερά αγγέλου, σαν κάτι να φτερούγισε για λίγο μες στο club και ύστερα να χάθηκε, καθώς η μουσική μας βομβάρδιζε και όλα έμοιαζαν λεηλατημένα και έρημα και άδεια. Και άλλο ένα βράδι, στο Γκάζι, λίγο μετά, έβγαινες από ένα μαγαζί, εγώ έμπαινα. Συγκρουστήκαμε στην πόρτα, κοντοσταθήκαμε και οι δύο, με αναγνώρισες, μου χαμογέλασες, σου έκλεισα το μάτι, ήθελα να παρατήσω την παρέα μου και να τρέξω πίσω σου, δε το έκανα – γιατί δε το έκανα ;
Έμαθα την είδηση του θανάτου σου σήμερα. Τόσο άδοξα. Ένα μπαμ με τη μηχανή. Ακαριαίος θάνατος. Ξημερώματα. Στο κέντρο της Αθήνας. Ο σκοτεινός ουρανός καθρεφτίστηκε τελευταία φορά στα όμορφα μάτια σου και ύστερα αφομοιώθηκε μέσα τους για πάντα. Τα φτερά κατέβηκαν, γαντζώθηκαν στα πλευρά σου. Η ψυχή σου φτερούγισε κι έγινες άγγελος εκεί, πάνω στην άσφαλτο, ανάμεσα σε κομμάτια γυαλί και αίματα. Ένα τελευταίο χειροκρότημα, η αυλαία έπεσε.
Κωνσταντίνε αντίο. Είσαι πια μέρος της προσωπικής μου πινακοθήκης, είσαι πια ακόμα ένας από τους ήρωές μου. Καλό ταξίδι….
The sweetest thing
Το αγόρι κοιμάται στο πλάι μου όμορφο σα ζωγραφιά. Είναι αληθινό ή ψεύτικο αυτό το γοητευτικό, διάφανο πλάσμα ; Περνάω το δάχτυλό μου απαλά από το λευκό του δέρμα, από τα μισάνοιχτά του χείλη, οσμίζομαι βαθιά τη γλυκιά βρετανική του μυρωδιά, φιλάω τις μακριές του βλεφαρίδες. Ο τρόπος που κοιμάται γαλήνια εκεί, έτσι, σ’ έναν ξένο καναπέ, σε μια ξένη χώρα, με μια ξένη γυναίκα στο πλευρό του, η ολοκληρωτική του αθωότητα, η τέλεια παράδοσή του, με κάνει να θέλω να βάλω τα κλάματα. Θέλω να μείνω ώρες χωμένη έτσι στη λακουβίτσα του λαιμού του, εισπνέοντας το άρωμα του σώματός του, στο σημείο που χτυπάει ο σφυγμός – πίσω από αυτό, το άρωμα εκείνου, του άλλου άντρα, ακόμα κολλημένο πάνω μου, δεύτερο δέρμα πια. Η μέρα ξημερώνει, το αεροπλάνο του σύντομα θα φύγει, παίρνοντάς μου μακριά ακόμα ένα όμορφο πλάσμα αποκτημένο βάναυσα στα χαρακώματα της νύχτας, ακόμα ένα πολύτιμο, γλυκό λάφυρο στον πόλεμο του έρωτα και της λαγνείας. Μπαίνω στον πειρασμό να το αφήσω να κοιμάται, να το αφήσω να χάσει την πτήση του για Αγγλία, να μείνει λίγο ακόμα εδώ, κοντά μου, εξαρτημένο απ’ τις διαθέσεις μου. Αν του τα πω όλα αυτά, θα καταλάβει ; Κάτι σαν ηρεμία, μια πικρή και πάλλουσα ομορφιά εγκαθίσταται αργά στο μέσα μου…
So sick and tired
Γκαγκάριν, Animal Collective. Ξέρω από πριν ότι δε θα μου αρέσουν, όμως είμαι αποφασισμένη να δώσω ακόμα μια ευκαιρία σε αυτό το είδος μουσικής που με κάνει να θέλω να αρχίσω να χαπακώνομαι από απελπισία. Η συναυλία αρχίζει πολύ νωρίς – και τελειώνει επίσης πολύ νωρίς -, το support δεν εμφανίζεται καν, ο χώρος είναι μισοάδειος και όλοι είναι στην κοσμάρα τους (ως είθισται σε τέτοιου είδους live). Bαριέμαι τρελά, κοιτάω τον κόσμο που κουνάει ρυθμικά κεφάλια, μπαπ-μπουπ, μπαπ-μπουπ το εκκρεμές, κανείς δε μιλάει σε κανέναν, κανείς δε φιλάει κανέναν, κανείς δε χορεύει με κανέναν, διαλυμένα απομονωμένα παιδάκια κλεισμένα στην απομονωμένη γαμημένη κωλοσφαίρα τους χωρίς καμία διάθεση προσέγγισης επικοινωνίας ψυχικής ανάτασης συναισθήματος. Ο τύπος δίπλα μου έχει βγάλει ένα δημοσιογραφικό μπλοκάκι και κρατάει σημειώσεις, θέλω να τον ρωτήσω αν γράφει ποιήματα, φοβάμαι όμως ότι θα μου απαντήσει κάτι απέραντα πεζό του τύπου ‘’γράφω σε ένα free press’’ και δε το κάνω. Χαζεύω τον Boy που κοπανιέται λίγα μέτρα πιο πέρα και, επειδή τον αγαπάω, προσπαθώ να μπω κι εγώ στο τριπ του (τι διάολο, λέω, σέβομαι το γούστο του πολύ, δε μπορεί, κάτι πιάνει που εγώ αδυνατώ να), προσπαθώ προσπαθώ προσπαθώ, δε τα καταφέρνω. Περιμένω μια φίλη μου, δεν εμφανίζεται ποτέ, δε μου στέλνει καν ένα μήνυμα να μου πει ότι. Περιμένω κι ένα γκόμενο που γνώρισα πρόσφατα (και που με φλόμωσε ως τώρα στη μπαρούφα, πόσο του αρέσω, τι θεά που είμαι και τέτοια), αργεί πολύ να έρθει κι, όταν τελικά το κάνει, εμφανίζεται με δυο φιλαράκια του, απαιτεί να πάω στο πίσω μέρος της αίθουσας για να είμαι μαζί του και, για τα λίγα λεπτά που το κάνω, δε μου δίνει καν σημασία. Του λέω ότι μου είναι αδιανόητο να παρακολουθώ συναυλία από το πίσω μέρος της αίθουσας, επιστρέφω στη θέση μου, δεν έρχεται ποτέ να με βρει – και μετά, φυσικά, φεύγει χωρίς να με περιμένει και δεν καταλαβαίνει καν γιατί θύμωσα. Ο Τριανταφυλλίδης χαζεύει το live με ύφος ‘’βαριέμαι’’, πιάνουμε κουβέντα, ‘’αδυνατώ να αγαπήσω οτιδήποτε άλλο από το rock’’ του λέω, ‘’κι εγώ’’ μου λέει, ‘’κι εγώ’’. Γυρνάω σπίτι με ένα ταξί που παίζει στη διαπασών Sport Fm, είναι περίεργο, δεν είμαι καν θυμωμένη (κι ας έχω στείλει ένα κάρο οργισμένα μηνύματα στη φίλη και στο γκόμενο), οι Αnimal Collective μου στέρησαν ακόμα και αυτό το γαμημένο συναίσθημα. Ποτέ ξανά, ποτέ ξανά, ποτέ ξανά, τέρμα οι ευκαιρίες σε είδη μουσικής και είδη ανθρώπων, έχω καλύτερα πράγματα να κάνω από το να προσπαθώ να καταλάβω. Ας μείνω πίσω, ας ξεπεραστώ, ας γίνω απολίθωμα….Ξαναδιαβάζω το απίθανο κείμενο ‘’Ruby, κις μαϊ αςς’’ στο blog του Tριανταφυλλίδη (βρείτε τον στα links δεξιά) και θέλω να βάλω τα κλάματα….
Hμιτελές
Φαντασιώνω ακόμα – από χθες δηλαδή – την Penelope Cruz και τη Scarlet Johanson να φιλιούνται παθιασμένα στο σκοτεινό θάλαμο στη νέα ταινία του Woody Allen ‘’Vicky Christina Barcelona’’. Δε μπορώ να αποφασίσω ποια από τις δυο με καυλώνει περισσότερο. Μπορώ να έρθω κι εγώ στο Οβιέδο, παρακαλώ ; (Θα γράψω ένα μεγαλύτερο post γι’ αυτό κάποια στιγμή).
Ψάχνω απεγνωσμένα τα γυναικεία προφυλακτικά Femidom, για να πάψω να εξαρτώμαι από τους μαλάκες άντρες που σε τρώνε στη γκρίνια για να βάλουν μια καπότα (ή απλά τους πέφτει αμέσως μόλις το κάνουν). Και μαθαίνω ότι τα Femidom απλώς δεν κυκλοφορούν πουθενά στην Ελλάδα! Υπέροχα, έτσι ; (Θα γράψω ένα μεγαλύτερο post γι’ αυτό κάποια στιγμή).
Διαβάζω την είδηση για το θάνατο του Γκιγιόμ Ντεπαρντιέ, του νεαρού γιου του Ζεράρ (τον θυμάμαι στο ‘’Όλα τα πρωινά του κόσμου’’) και σοκάρομαι. Παλαιότερα, λέει, του είχαν ακρωτηριάσει το ένα πόδι, μετά από ατύχημα που είχε με τη μηχανή. Και τώρα πέθανε από κάποιον ιό που τον χτύπησε στα πνευμόνια, στα 37 του, με ιστορικό βίας και ναρκωτικών και κάκιστες σχέσεις με τον μπαμπά, το ιερό τέρας του γαλλικού κινηματογράφου. (Θα γράψω ένα μεγαλύτερο post γι’ αυτό κάποια στιγμή).
Ακούω ξανά και ξανά και ξανά το παλιό, αγαπημένο ‘’Only when you’re gone’’ των Madrugada. Gonna need a hammer and nails
To construct this bitter love song
This cruel testamented song
That rings out only when you’re gone
Heavy
Το 62 % των Ελλήνων και το 50 % των Ελληνίδων, διαβάζω σε μια έρευνα, είναι παχύσαρκοι ή υπέρβαροι. Καθώς έχω κι εγώ γυρίσει από τις καλοκαιρινές διακοπές μου κατά τρία κιλά παχύτερη και δε μπορώ ακόμα – ένα μήνα και βάλε που έχω επιστρέψει στην Αθήνα – να απαλλαγώ από αυτά και να γυρίσω πάλι στα φυσιολογικά μου (κυρίως επειδή δεν έχω κίνητρο να το κάνω) δε μπορώ παρά να αναρωτηθώ : τι κίνητρο αλήθεια έχει μια νέα, σύγχρονη γυναίκα να διατηρεί το σώμα της σε καλή κατάσταση, όταν το σεξ (όχι μόνο ως πράξη, αλλά και ως ιδέα, ως θεωρία) έχει πια εξοβελιστεί από τη ζωή της και όταν η συντριπτική πλειοψηφία των αντρών που την περιβάλλουν είναι κακάσχημοι, τόφαλοι, gays ή απλώς αδιάφοροι ; Δεν είναι αλήθεια πολύ πιο θελκτική η ιδέα ενός προφιτερόλ με άφθονη σοκολάτα και τόνους σαντιγύ από το βλέμμα θαυμασμού ενός άντρα με αρχές καράφλας και πατσές να ξεχειλίζουν από παντού ; Ευτυχώς που υπάρχουν και οι αλβανοί ή ρώσοι μετανάστες (σωματαράδες οι περισσότεροι) και, φυσικά, οι τουρίστες στην Πλάκα και στα περίχωρα…
Velvet bus, Madonna, street party
Παρασκευή – ‘’Velvet bus’’ (come on, come on) στο σινεμά Απόλλων. Όλη μας η μικρή indie κοινότητα (μέλη συγκροτημάτων, φίλοι, δημοσιογράφοι και παρατρεχάμενοι) έχει γεμίσει από νωρίς την αίθουσα. Είναι όλοι τόσο γνωστοί και τόσο (πια) παντού, που βαριέσαι ακόμα και να τους χαιρετήσεις. Το καινούριο μουσικό ντοκιμαντέρ της Γκρατσιέλλα Κανέλλου δε νομίζω ότι αφορά κανέναν άλλο από αυτήν τη μικρή κοινότητα που προανέφερα, είναι όμως διασκεδαστικό, ευχάριστο, νεανικό και μοντέρνο (κινηματογραφική γραφή σε στιλ Δόγματος, που κάνει ακόμα και τις όμορφες φάτσες να δείχνουν άσχημες) και, φυσικά, γεμάτο μουσική. Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (γνωστός και ως Boy) είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής του φιλμ, γράφει εξαιρετικά καλά στην οθόνη (μάλλον επειδή είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης και ο ίδιος) και, ακόμα και έτσι, τα τραγούδια του κάνουν την τρίχα σου να σηκώνεται κάγκελο. Μετά πάω με τις φίλες μου στο ‘’Use’’, που είναι πάλι όλοι, και μετά στο ‘’Kinky’’, που όλοι ξανά ακολουθούν. Δεν έχω λεφτά για δεύτερο ποτό, εδώ όμως έχει πολλά κομμάτια των αγαπημένων MGMT. Και έχει και τον Αποστόλη των Victory Collapse και μια απολαυστική και μακροσκελή κουβέντα περί επανάστασης, φιλοσοφίας και…κβαντικής φυσικής!
Σάββατο – Madonna (τικ τακ, τικ τακ, τικ τακ) στο ΟΑΚΑ. Εγώ και ο φίλος μου φτάνουμε σαρδελοποιημένοι με τον ΗΣΑΠ, δίνουμε ρομαντικό ραντεβού έξω από τις τουαλέτες, φορτωνόμαστε μπίρες και πατατάκια και καθόμαστε στις θέσεις μας στη θύρα 28, από όπου η θέα είναι μεν ανεμπόδιστη, τα άτομα στη σκηνή δε μοιάζουν με playmobil. Η Robyn τραγουδάει ήδη, αλλά κανείς δε την προσέχει, η Madonna βγαίνει ένα δεκάλεπτο πριν από την προκαθορισμένη ώρα έναρξης και από την αρχή κάνει σαφές το σχήμα Βασίλισσας – υπηκόων, που θα ακολουθήσει, μια και εμφανίζεται πάνω σε θρόνο. Το show είναι φυσικά εντυπωσιακό, αμάξια, χορευτές, ένα ολόκληρο ισπανικό συγκρότημα, οθόνες, φώτα, κοστούμια, ρινγκ κλπ. Αυτή όμως μοιάζει απλώς να βιάζεται να τελειώσει τη δουλίτσα της και να γυρίσει σπίτι της. Ούτε μια στιγμή αυθεντικού συναισθήματος δε περνάει στο κοινό και, από κάποιο σημείο κι έπειτα, αρχίζω και βαριέμαι τρελά, τσακίζω τα πατατάκια, ρουφάω τις μπίρες, κουτσομπολεύω με τον φίλο μου τον κόσμο και αναλύουμε το λίφτινγκ, τα σορτσάκια και την έλλειψη λαιμού της ‘’θεάς’’. Τικ τακ τικ τακ, πόσο ακόμα θα κρατήσει η μπογιά της ;
Κυριακή – street party. Πίνουμε καφέ κάπου στην Ερμού με δυο φίλους, όταν περνάει από την Ερμού το χαρούμενο τροχήλατο μουσικό άρμα, με πλήθος κόσμου να το ακολουθεί κρατώντας μπίρες, σφυρίζοντας, ουρλιάζοντας, χορεύοντας. Πληρώνουμε βιαστικά στο cafe και τρέχουμε να το προλάβουμε κι εμείς. Ο dj στην αρχή παίζει MGMT, αργότερα το γυρνάει σε electro και καταλήγει σε reggae. Kλείνουμε τους δρόμους, οι περαστικοί και τα αυτοκίνητα απορούν, ένας μαυρούλης μας δίνει ‘’εντολές’’ από το μικρόφωνο του τύπου ‘’Χορέψτε, αγκαλιαστείτε, σηκώστε τα χέρια, φιληθείτε’’. Το άρμα καταλήγει έξω από το Πανεπιστήμιο, στήνεται και μια αυτοσχέδια οθόνη, όπου προβάλλονται εικόνες και όλοι χορεύουμε αγκαλιά στο δρόμο, κάποιος χορεύει με το εσώρουχο στο σιντριβάνι, τα αδέσποτα τρελένονται από τη χαρά τους και τρέχουν γύρω μας και όλα γίνονται ωραία, ελεύθερα και αβίαστα. Η Μadonna μας ‘’πίεζε’’ τόσο πολύ να χορέψουμε χθες, ενώ ένα απλό τροχήλατο μουσικό άρμα και μερικά τρελαμένα παιδιά δε χρειάστηκε παρά να περάσουν απλώς από τη γειτονιά μας.
‘’Γιατί δε χορεύετε ρε ; ‘’, καθώς λέει και ο Boy….
Ερωτική εξομολόγηση 1
Μερικές φορές η επιθυμία μου να γράψω είναι τόσο έντονη που σχεδόν μοιάζει με λαγνεία.
Με πιάνει στα καλά καθούμενα : στο κρεβάτι ενώ είμαι στα όρια του ύπνου, στο λεωφορείο ενώ χαζεύω αφηρημένα το αστικό τοπίο, στην καφετέρια ενώ πίνω βαριεστημένα τον καφέ μου.
Βιάζομαι τότε να πεταχτώ απ’ το κρεβάτι ή να γυρίσω γρήγορα στο σπίτι, ν’ ανοίξω το laptop μου ή έστω να βρω ένα κομμάτι χαρτί κι ένα στυλό.
Μόνο που αυτή η επιθυμία, αυτή η λαγνεία φαίνεται να ‘ναι τελικά μονάχα στο μυαλό μου.
Μόλις τα δάχτυλά μου αγγίξουνε τα πλήκτρα ή μόλις αντικρίσω μια λευκή σελίδα, πέφτουνε αμέσως οι διακόπτες και η επιθυμία χάνεται.
Ο πόθος μου να γράψω εξανεμίζεται.
Γι’ αυτό ώθησέ με, ώθησέ με σε παρακαλώ, δίνε μου κίνητρα να γράφω, μη σταματάς να μου ‘’μιλάς’’.
Κάνε μου έρωτα με τα γραπτά σου μήπως μπορέσω κάποτε κι εγώ να ‘ρθω πραγματικά σε οργασμό
– χύνοντας λέξεις παράφορες κι ορμητικές, κόκκινες, αιχμηρές και ολοζώντανες μες στο λευκό χαρτί.